Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Η κατάλληλη στιγμή...


     


     Κατέβηκε από το αεροπλάνο με την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή.Δεν είχε σκεφτεί ακόμη τι θα του έλεγε,δεν είχε σχεδιάσει στο μυαλό της τις κινήσεις που θα ακολουθούσε.Έκανε μια παράτολμη και απερίσκεπτη κίνηση και τώρα ένιωθε να πελαγώνει.Για ένα λεπτό το είχε μετανιώσει κιόλας αλλά τώρα ήταν πια αργά για να γυρίσει πίσω.Το μόνο για το οποίο ήταν σίγουρη ήταν ότι ήθελε να τον δει,να του μιλήσει,να νιώσει την αγκαλιά του και το χάδι του.Ποιά θα ήταν όμως η αντίδραση του μόλις θα την αντίκρυζε δεν είχε την παραμικρή ιδέα.Θα ξαφνιαζόταν,αυτό ήταν το μόνο σίγουρο,γιατί δεν γνώριζε ότι επρόκειτο να τον επισκεφθεί.
     Μπήκε στο πρώτο ταξί που βρήκε μπροστά της και έδωσε στο οδηγό την διεύθυνση του.Τώρα το συνειδητοποιούσε ακόμη περισσότερο...σε λιγότερο από μισή ώρα θα τον είχε μπροστά της.Τα πόδια της έτρεμαν και το στομάχι της είχε δεθεί κόμπος.Όσο πλησίαζε στο σπίτι του άλλο τόσο της περνούσε από το μυαλό ότι είχε κάνει το μεγαλύτερο λάθος της ζωής της.Κι αν την ρωτούσε γιατί ήρθε τι θα του έλεγε;Οι σχέσεις τους μέχρι τώρα ήταν απολύτως φιλικές και περιοριζόταν σε χαλαρές κουβεντούλες με διάφορες συζητήσεις άλλοτε σοβαρές και άλλοτε εντελώς γελοίες.Τώρα θυμόταν όλες εκείνες τις φορές που την έκανε να γελάει,σχεδόν με δάκρυα,με τα απίστευτα αστεία του,που πειραζόντουσαν σαν να ήταν δυό μικρά παιδιά.Αυτές οι σκέψεις σχημάτισαν ένα γλυκό χαμόγελο στο πρόσωπο της και την χαλάρωσαν λιγάκι.Τώρα το ένιωθε ακόμα πιο έντονα,αυτόν τον άνθρωπο τον αγαπούσε πραγματικά.Δεν μπορούσε να του κρύβει πλέον ότι είναι ερωτευμένη μαζί του και να συμπεριφέρεται σαν να μην συνέβαινε τίποτα...είχε το δικαίωμα να ξέρει κι εκείνος πως ένιωθε.Αλλά πως θα του το ανακοίνωνε;
     Το ταξί σταμάτησε ακριβώς κάτω από το σπίτι του και οι σκέψεις της εξανεμίστηκαν απότομα και την προσγείωσαν στην πραγματικότητα.Βρέθηκε χωρίς να το καταλάβει έξω από την πόρτα του με το χέρι τρεμάμενο να προσπαθεί να χτυπήσει το κουδούνι.Έμεινε έτσι αρκετά λεπτά μέχρι να τολμήσει τελικά να το πατήσει.Ακούστηκε ο θόρυβος του κουδουνιού εντελώς εκκωφαντικός στα δικά της τα αυτιά...αλλά καμμία αντίδραση από την άλλη άκρη της πόρτας.Και πάνω εκεί που είχε απελπιστεί πλήρως,ότι είχε κάνει όλο αυτό το ταξίδι τζάμπα και ήταν αποφασισμένη να γυρίσει πίσω,εκείνη την στιγμή ήταν που άκουσε την πόρτα να ανοίγει....Ήταν εκείνος με το λατρεμένο αγουροξυπνημένο βλέμμα του,με μια φόρμα κι ένα απλό άσπρο μπλουζάκι,τρίβοντας τα μάτια του και προσπαθώντας να καταλάβει ποιός είναι.Την στιγμή που τον αντίκρυσε κατάλαβε πως δεν έκανε μάταια όλο αυτό το ταξίδι,γι’αυτόν τον άνθρωπο θα μπορούσε να κάνει τόσα κι άλλα τόσα απλά για να νιώσει αυτό που ένιωσε η καρδιά της την στιγμή που τον είδε μπροστά της.
     Μόλις τα μάτια του προσαρμόστηκαν στο φως του διαδρόμου και κατάλαβε ποιά ήταν η κοπέλα που του χτύπησε το κουδούνι,πάγωσε.Σε καμμία περίπτωση δεν περίμενε να χτυπήσει εκείνη το κουδούνι του και του φάνηκε πως βρισκόταν ακόμη σε λήθαργο,ήταν όνειρο αυτό που έβλεπε δεν εξηγούνταν αλλιώς.Πέρασαν αρκετά λεπτά που της φάνηκαν αιώνας μέχρι να μιλήσει. «Ελπίζω να έχεις έτοιμο καφέ στην μηχανή γιατί η δικιά μου χάλασε και σκέφτηκα να ‘ρθω σε σένα που τον κάνεις πάντα τέλοιο» είπε και του χαμογέλασε γλυκά με την αγωνία να της τρυπάει ακόμα πιο πολύ το στομάχι.Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια σαν να ξύπνησε άξαφνα,την πήρε στην αγκαλιά του και άρχισε να την γυρίζει σαν σβούρα. Αυτή ηταν η πιο γλυκιά ζάλη που ένιωσε ποτέ στην ζωή της.Επιτέλους ήταν μαζί του,ήταν στην αγκαλιά του,ένιωθε ευτυχισμένη.Μόλις την άφησε κάτω,την πήρε από το χέρι και την οδήγησε μέσα στο σπίτι. «Απίστευτο!Είσαι εδώ!Μα γιατί δεν με πήρες τηλέφωνο να ‘ρθω να σε πάρω από το αεροδρόμιο;»της είπε καθώς κατευθυνόταν προς την καφετιέρα και γέμιζε ήδη δύο φλιτζάνια.Ευτυχώς δεν με ρώτησε ακόμη γιατί είμαι εδώ,σκέφτηκε εκείνη και απάντησε χαριτολογώντας στην προηγούμενη ερώτηση του «Και να χάσω την απόλυτη αποχαύνωση του βλέμματος σου μόλις με είδες να στέκομαι στην πόρτα σου; Όχι,με τίποτα! Κρίμα που δεν έβγαλα και μια φωτογραφία να σε δεις για να γελάσεις».Έτσι ξεκίνησαν τα χαχανητά και τα κλασικά τους πειράγματα,που κάποιες φορές έμοιαζαν ασταμάτητα.
     Πέρασαν έτσι καθισμένοι στο καναπέ αρκετές ώρες,συζητώντας για τις δουλειές τους,για την καθημερινότητα τους,για τα προβλήματα που τους απασχολούσαν τελευταία και για χίλια δυό άσχετα πράγματα.Εκείνος είχε ξαπλώσει στην αγκαλιά της και εκείνη του χαϊδευε τα μαλλιά και μιλούσαν ακατάπαυστα σαν να είχαν να τα πουν χρόνια.Μέχρι την στιγμή που της έκανε την ερώτηση που φοβόταν να απαντήσει «Πως αποφάσισες να έρθεις;».Το σκέφτηκε για λίγο και αποφάσισε πως δεν ήταν κατάλληλη η στιγμή για να του πει την αλήθεια αρκέστηκε απλά σε μια υπεκφυγή λέγοντας του  «Μου έλειψες απλά!Κι εσύ και ο καφές σου!» κι εκείνος σαν να κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να το συνεχίσει άλλαξε την κουβέντα και της πρότεινε να βγουν έξω για να την ξεναγήσει στην πόλη που έμενε τον τελευταίο καιρό «Είμαι σίγουρος ότι θα σε μαγέψει» της είπε και μπήκε στο δωμάτιο του για να αλλάξει.Μια βαθιά ανάσα βγήκε από μέσα της την στιγμή που έμεινε μόνη και αναρωτήθηκε αν έκανε καλά που δεν του είπε από την αρχή την αλήθεια για τον λόγο της επίσκεψης της.Είχε,όμως,αρκετό χρόνο μπροστά της για να το σκεφτεί καλύτερα....θα ερχόταν σύντομα αυτή η κατάλληλη στιγμή....

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © Res Nullius
Blogger Theme by BloggerThemes | Theme designed by Jakothan Sponsored by Internet Entrepreneur